
Η Νίτσα Σφουντούρη, δωδεκαετές θύμα της σφαγής, περιγράφει τους φόνους και τις θηριωδίες που διέπραξαν οι ναζί στο μαρτυρικό χωριό της
«Δεν θα ξεχάσω τους πυροβολισμούς, όταν μπήκαν στο χωριό οι Γερμανοί. Πραγματικός χαλασμός Κυρίου! Τη μαμά μου, είκοσι εννέα χρόνων κοπέλα, τη σκότωσαν με μια ριπή οπλοπολυβόλου!»
Την ιστορία της Νίτσας Σφουντούρη, ενός από τα πολλά θύματα της σφαγής του Διστόμου, η οποία μέσα σε μία μέρα είδε να ξεκληρίζεται ολόκληρη η οικογένειά της, έφερε στο φως η «Espresso της Κυριακής» με αφορμή και την παρέμβαση της Ελλάδας στη δίκη της Γερμανίας κατά της Ιταλίας, που έγινε στη Χάγη!
Η κυρία Σφουντούρη ήταν μόλις δώδεκα ετών όταν έχασε τους γονείς της και τις δύο μικρότερες αδελφές της μένοντας ορφανή. Σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά τα τραγικά γεγονότα της 10ης Ιουνίου του 1944, η 79χρονη σήμερα γυναίκα από το Δίστομο μίλησε στην «Espresso της Κυριακής» για τις εφιαλτικές στιγμές που έζησε, όταν οι Γερμανοί έκοψαν με μια ριπή οπλοπολυβόλου το νήμα της ζωής της μητέρας της και σκότωσαν τον πατέρα και τις αδελφές της, αλλά και για το πώς γλίτωσε την τελευταία στιγμή πηδώντας από το παράθυρο της κουζίνας.
«ΣΚΟΤΩΝΑΝ ΟΠΟΙΟΝ ΕΒΡΙΣΚΑΝ»
«Οταν γεννήθηκα, η μαμά μου ήταν δεκαέξι ετών και ο πατέρας μου είκοσι τεσσάρων. Νέοι άνθρωποι… Εχω πολύ καλές αναμνήσεις και από τους δύο. Πέρασα πολύ ευτυχισμένα χρόνια. Επειδή ήμουν και το πρώτο παιδί και το πρώτο εγγόνι, με αγαπούσαν πολύ. Αυτό που θυμάμαι από τον πατέρα μου είναι ότι με λάτρευε. Ίσως γιατί στο τέλος ήξερε ότι δεν θα με ξανάβλεπε» λέει η κυρία Σφουντούρη. Αμέσως μετά και με σπασμένη φωνή από τη συγκίνηση, ανακαλεί στη μνήμη της τις εφιαλτικές εικόνες από την ημέρα που οι Γερμανοί αιματοκύλησαν την οικογένειά της.
«Τη μμέρα που μπήκαν οι Γερμανοί στο Δίστομο σκότωναν όποιον έβρισκαν. Τότε, οι αδελφούλες μου ήταν παιδάκια, έξι χρόνων η μία και τριών η άλλη. Δεν καταλάβαιναν. Εγώ όμως που καταλάβαινα και φοβόμουν έτρεχα από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Ο μπαμπάς μου ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και διάβαζε κάτι από την Ιερά Σύνοψη. Εβλεπε το τέλος του και ήταν πολύ στενοχωρημένος. Οχι φοβισμένος… Και με μάλωνε που έκανα έτσι, γιατί τρόμαζα τα παιδιά» λέει.
Τα επόμενα λεπτά έμελλε να είναι καθοριστικά και να σφραγίσουν τη μοίρα τόσο της ίδιας όσο και της οικογένειάς της: «Κάποια στιγμή λοιπόν, κοιτώντας από το παράθυρο, βλέπω έναν Γερμανό να πυροβολεί προς το σπίτι μας. Στον αέρα πυροβόλησε, αλλά εγώ νόμιζα ότι πυροβολεί στο σπίτι μας. Φώναξα: “μπαμπά, έρχεται στο σπίτι”. Με δυο δρασκελιές ανέβηκε έντεκα σκαλοπάτια. Του άνοιξε ο πατέρας μου, προσπάθησε να του πει δυο λεξούλες από τα λίγα γερμανικά που ήξερε, όμως εκείνος όρμησε πάνω του σαν θηρίο και άρχισε να τον χτυπάει και να τον σπρώχνει. Τότε, άνοιξα το παράθυρο και ανέβηκα πάνω στο μάρμαρο. “Μπαμπά, να πηδήξω;” τον ρώτησα, και εκείνος μου απάντησε “όχι”. Ηταν η τελευταία λέξη που άκουσα από το στόμα του. Δεν τον άκουσα και πήδηξα. Οπως έπεσα, το μέτωπό μου ακούμπησε στη γη. Δεν έπαθα τίποτα, μόνο ζαλίστηκα λίγο. Σηκώθηκα και πήγα στο απέναντι σπίτι, το οποίο δεν ήταν πολύ μακριά. Ανέβηκα τις σκάλες και εκεί είδα μια καταπακτή. Ανοιξα την καταπακτή και πήδηξα. Δεν κοίταζα πού πηδούσα. Φωτιά να ήταν και πάλι θα πήδαγα. Μετά κατάλαβα ότι έπεσα πάνω στον αργαλειό. Χτύπησα πολύ και έμεινα για λίγο αναίσθητη. Ενιωθα φοβερό πόνο στο αριστερό πλευρό και αναστέναζα από τον πόνο».
«ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΕΙΔΑ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟΥΣ»
Η φωνή της σταματά για λίγο. Παίρνει μια ανάσα και αρχίζει να εξιστορεί τις δραματικές στιγμές που έζησε, όταν αντίκρισε τα άψυχα σώματα των γονιών της και των δύο μικρότερων αδελφών της ηλικίας τριών και έξι ετών: «Πήγα τρέχοντας στη θεία μου που είχε το μωρό της τριών μηνών και φύγαμε ξυπόλητες. Εγώ στη ζωή μου δεν είχα περπατήσει ποτέ ξυπόλητη. Ο μπαμπάς μου ήταν υποδηματοποιός και είχα τα καλύτερα παπούτσια. Περπατήσαμε με γυμνά πόδια μέχρι τα Ασπρα Σπίτια, μια απόσταση έντεκα χιλιομέτρων με το αυτοκίνητο, αλλά δεν ένιωθα να με τρυπάει τίποτα. Πήγαμε στον αδελφό τής γιαγιάς μου και η πεθερά του, μια καλή γιαγιούλα, προσπάθησε να με βάλει στο κρεβάτι. Ξυπνούσα μέσα στον ύπνο μου, ήταν μια εφιαλτική νύχτα. Την άλλη μέρα, πήγαμε να θάψουμε τους δικούς μας. Η γιαγιά μου τους είχε σκεπάσει με ένα σεντόνι. Χαίρομαι που δεν τους είδα σκοτωμένους.
Τους θυμάμαι ωραίους και γελαστούς. Ο κόσμος στον λόφο έβαζε καραούλια, μήπως έρθουν οι Γερμανοί. Τις αδελφούλες μας τις πήρε κάποιος άλλος και τις έθαψε. Καλά, καλά, δεν ξέρουμε πού τις θάψανε. Οι γονείς μου ήταν θαμμένοι με άλλους. Τότε, όπου μπορούσαν, τους έθαβαν».
«ΕΙΧΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΛΥ ΑΜΙΛΗΤΗ»
Οι ώρες, οι ημέρες και οι εβδομάδες που ακολούθησαν ήταν εφιαλτικές για το αθώο κοριτσάκι των δώδεκα ετών που ξαφνικά έμεινε μόνο στον κόσμο: «Δεν ήθελα να μου μιλάει κανείς. Είχα γίνει πολύ αμίλητη, γιατί δεν ήθελα να με λυπούνται. Ημουν περήφανη. Είχα τα μαλλάκια μου κοτσίδες, μου τις έπλεκε η μαμά μου κάθε μέρα, και τις πρώτες μέρες δεν ήθελα να με χτενίσει η θεία μου. Ηθελα να έχω κάτι δικό της επειδή με χτένιζε εκείνη. Δεν ήθελα να πάω σε ίδρυμα στην Αθήνα, γιατί υπήρχαν διαδόσεις ότι τα ορφανά κορίτσια τα έπαιρναν κάποιες κυρίες για υπηρέτριες. Τελικά, πήγα με αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού, αλλά με πήρε ο θείος μου. Και εκεί έζησα δύσκολες στιγμές, γιατί υπήρχε και τότε πείνα, γίνονταν οδομαχίες με τους αντιστασιακούς και φοβόμασταν να βγούμε από το σπίτι. Στην Αθήνα έμεινα μέχρι τον Οκτώβριο ή Δεκέμβριο του ’44. Γλίτωσα παρά τρίχα τα Δεκεμβριανά. Ηρθε η γιαγιούλα μου και με πήρε. Τα επόμενα χρόνια ένιωθα παντού παρείσακτη, μέχρι που με «προξένεψε» με ένα πολύ καλό παιδί, που έπαιξε όλους τους ρόλους που μου έλειπαν, του πατέρα, του αδελφού… Δεν δεχόταν να με ενοχλήσει κανένας».
«Ηθελε να πετάξει το μωρό της από τον βράχο, το ένιωθε φόρτωμα»
«Ολον τον καιρό, μέχρι να φύγουν οι Γερμανοί, οι άνθρωποι ήταν στα βουνά» λέει στο τέλος της αφήγησής της η κυρία Νίτσα. «Θα σας πω και μια τραγική ιστορία: η θεία μου τότε ήταν νιόπαντρη και είχε τον ξάδερφό μου τριών μηνών. Ηρθε λοιπόν κάποια στιγμή που μου είπε ότι, όταν δεν είχε γάλα να ταΐσει το μωρό και φοβόταν μήπως κλάψει και τους ακούσουν οι Γερμανοί, της είχε περάσει από το μυαλό να πετάξει το μωρό από τον βράχο. Το ένοιωθε “φόρτωμα” αυτό το παιδί. Δεν μπορούσε να το ταΐσει, ούτε να το βάλει να ηρεμήσει».
Οι ιστορίες ανθρώπων που επέζησαν από τη σφαγή έχουν κάνει τον γύρο του κόσμου μέσα από τα ξένα μέσα ενημέρωσης. Μια μέρα, μια ομάδα Γερμανών δημοσιογράφων πήγε και στο σπίτι της κυρίας Σφουντούρη.
«Τους άνοιξα το σπίτι μου και ήμουν ευγενική μαζί τους» λέει, ενώ στην ερώτηση αν έχει συγχωρήσει τον γερμανικό λαό για το κακό που έπαθε αυτή και η οικογένειά της απαντά: «Δεν συγχωρούνται αυτά που έγιναν. Δεν έχω μίσος στην καρδιά μου, αλλά νιώθω περιφρόνηση και αποστροφή. Τους περιφρονώ και τους αποστρέφομαι. Δεν θα μπορούσα να σκοτώσω αυτόν που σκότωσε τον πατέρα μου και την οικογένειά μου, αλλά θα τον ρωτούσα γιατί το έκανε. “Ενιωσες καλά; Κοιμήθηκες καλά το βράδυ;”»...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου