Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Ιερό Απόλλωνος Πτώου

Σε απόσταση 1χλμ περίπου από το Ηρώο του Πτώου στο Καστράκι και αντικριστά σ’ αυτό, στη θέση περδικόβρυση, είχε κτισθεί ο ναός του Απόλλωνα. Μαζί με το ιερό ναό λειτουργούσε και το μαντείο του θεού που χαρακτηριζόταν «αψευδές», δηλαδή, αλάθητο στους χρησμούς.

Το μαντείο αυτό λειτουργούσε πολλούς αιώνες πριν την καταστροφή των Θηβών από το Μ. Αλέξανδρο και τους Μακεδόνες και ήταν ένα από τα έξι μαντεία της Βοιωτίας(Πτώου, Τροφωνίου, Θηβών, Αμφιαράου, Τεγύρας, Αβών). Φαίνεται ότι οι μακεδόνες, μαζί με την Θήβα, κατέστρεψαν και το ναό του Απόλλωνα (335π.χ). Έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί και η διακοπή λειτουργίας για τουλάχιστον 25 χρόνια (μέχρι το 410 π.χ). Το μαντείο αυτό, επειδή έδινε χρησμούς και σε μη Ελληνική γλώσσα, λεγόταν πολύφωνο.

Ο Απόλλων στην περιοχή αυτή λεγόταν Πτώος ή Πτώιος ή Πτωιεύς και Ακραίφιος ή Ακραιφιαίος ή Ακραιφιεύς. Υπάρχουν πολλές δοξασίες για το όνομα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Απόλλωνας απέκτησε με την Ζευξίππη δυο γιούς, τον Πτώο και τον Ακραιφέα. Ο πρώτος έδωσε το όνομα του στο όρος και στο ναό του Πτώου Απόλλωνα και ο άλλος στην πόλη του Ακραιφνίου.

Άλλη δοξασία λέει πως στο βουνό έφτασε η Λητώ να γεννήσει κρυφά τον ερωτικό της καρπό με τον Δία. Ξαφνικά παρουσιάστηκε κάποιος κάφρος, η Λητώ φοβήθηκε, «επτοήθει», τότε το όρος πήρε το όνομα Πτώον. Όπως αναφέρθηκε, όμως, παραπάνω, σύμφωνα με τον Παυσανία, πήρε το όνομά του από τον Πτώο, τον γιό του βασιλιά του Ορχομενού Αθάμαντα. Αυτός, πάλι, αντλεί τις πληροφορίες από τον Σάμιο ποιητή Άσιο, ο οποίος είχε γράψει έπη γενεαλογικού είδους.

Δεν αποκλείεται, επίσης, η εκδοχή ο Πτώος να ήταν ιερέας και μάντης του ναού όπως και ο Τήνερος και έτσι να επεκράτησε το όνομά του στο ναό και η θεϊκή του προέλευση.
Ξαφνικά παρουσιάστηκε κάποιος κάφρος, η Λητώ φοβήθηκε, «επτοήθει», τότε το όρος πήρε το όνομα Πτώον. Όπως αναφέρθηκε, όμως, παραπάνω, σύμφωνα με τον Παυσανία, πήρε το όνομά του από τον Πτώο, τον γιό του βασιλιά του Ορχομενού Αθάμαντα. Αυτός, πάλι, αντλεί τις πληροφορίες από τον Σάμιο ποιητή Άσιο, ο οποίος είχε γράψει έπη γενεαλογικού είδους. Δεν αποκλείεται, επίσης, η εκδοχή ο Πτώος να ήταν ιερέας και μάντης του ναού όπως και ο Τήνερος και έτσι να επεκράτησε το όνομά του στο ναό και η θεϊκή του προέλευση. Η καταστροφή της πόλεως και της δύναμης των Θηβών φαίνεται ότι επεκτάθηκε και στο ιερό του Απόλλωνα.

Όπως, άλλωστε, μας πληροφορεί και ο Παυσανίας, μέχρι την καταστροφή των Θηβών λειτουργούσε το μαντείο και επομένως υπήρχε ο ναός. Αλλά όπως γνωρίζουμε από την ιστορία η Θήβα ανοικοδομήθηκε πάλι το 315 π.χ από τον Κάσανδρο, έναν από τους επιγόνους του Μ. Αλεξάνδρου. Είναι φυσικό να δεχτούμε ότι η ανοικοδόμηση επεκτάθηκε και στο ναό. Έτσι κατά το 310 π.χ στη θέση του παλαιού κτίστηκε καινούργιος ναός με τις ίδιες διαστάσεις και με υλικό τον πώρο. Το κτιριακό συγκρότημα του ιερού του Πτώου Απόλλωνα

 Το κτιριακό συγκρότημα του ναού περιελάμβανε: Το ναό του Απόλλωνα, το μαντικό σπήλαιο, το ναό της Προναίας Αθηνάς, ένα θέατρο, μια μεγάλη δεξαμενή αποθήκευσης νερού, λουτρά, οικοδομήματα για τους ιερείς, δημοσίους λειτουργούς και επισκέπτες και ένα θόλο αγνώστου αποστολής, που ήταν στο χαμηλότερο μέρος των κτιριακών εγκαταστάσεων. Από το επιγραφικό υλικό, που προέκυψε από τις ανασκαφές, πληροφορούμαστε ότι το μαντείο του Απόλλωνα αποτελούσε πνευματικό κέντρο προστατευόμενο από την ομοσπονδία των Βοιωτικών Πόλεων «Το κοινό των Βοιωτών».

Κατά τα τέλη του 4ου π.χ αιώνα την ομοσπονδία αυτή την συγκροτούσαν οι πόλεις: Ακραιφία, Ανθηδόνα, Χαλκίδα, Κορώνεια, Αλίαρτος, Λιβαδειά, Ορχομενός, Ωρωπός, Πλαταιές, Τανάγρα, Θήβα, Θεσπιές και Θίσβη. Αργότερα προστέθηκαν οι πόλεις Ύηττος, Χαιρώνεια, και Κώπες. Το Βοιωτικό Κοινό το διοικούσε ένα συλλογικό όργανο που συγκροτούσαν οι αντιπρόσωποι των Βοιωτικών πόλεων, οι οποίοι ονομάζονταν Βοιωτάρχαι ή Αφεδριατεύοντες. Το συλλογικό αυτό όργανο λεγόταν συνέδριο και ήταν σώμα βουλευόμενο («έδοξε τοις άρχουσι και τοις συνέδροις») και εκτελεστικό («οι άρχοντες και οι σύνεδροι είπαν»), είχε δε επικεφαλής τον επώνυμο άρχοντα και βοηθό του τον γραμματέα.

Κάθε μια δε από τις Βοιωτικές πόλεις είχε επίσης τον δικό της επώνυμο άρχοντα, το συνέδριο και τον γραμματέα του. Για συλλογική αρχή είχε το συνέδριο, θα λέγαμε το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, ευρύτερα βουλευομένη και αποφασίζουσα εξουσία το δήμο και το λαό.

Τα Πτώϊα

Τα Πτώϊα ήταν αγωνίσματα πνευματικού ενδιαφέροντος, που τελούνταν κάθε πέντε χρόνια. Από μια επιγραφή πληροφορούμαστε ότι κατά τον 1ο αιώνα π.χ τελούνταν τα αθλήματα του Σαλπιστή, Κήρυκος, Ραψωδού, Ποιητή Επών, Αθλητή, και Κιθαρωδού.

Τα αγωνίσματα διεξάγονταν στο θέατρο που ήταν κοντά στο ναό, ίσως στην Βόρεια πλευρά του και σε μια κυκλική ορχήστρα, τη θυμέλη, που περιβαλλόταν από ξύλινα καθίσματα για τους θεατές. 

Διακοπή λειτουργίας μαντείου και αγώνων 

Το μαντείο λειτουργούσε από τα πανάρχαια χρόνια, μπορεί να πει κανείς, από τα χρόνια της εγκαταστάσης της Απολλωνίου λατρείας στους Δελφούς και την Βοιωτία. Εθεωρείτο «Αψευδές» δηλαδή αλάθητο και «Πολύφωνος» επειδή έδινε χρησμό σε ξένη γλώσσα (άλλη απ’αυτή που ομιλούνταν στην Βοιωτία).

Μια διακοπή της λειτουργίας του μαντείου έγινε για διάστημα εικοσιπέντε χρόνων, συγκεκριμένα, από την καταστροφή των Θηβών από τον Μέγα Αλέξανδρο (335 π.χ) έως την ανοικοδόμησή του από τον Κάσσανδρο (310 π.χ). Η πόλη Ακραιφία, με το Μαντείο και τα Πτώϊα, ήταν έκτοτε σημαντική και μάλιστα στους χρόνους τους περί το 196 π.χ όταν αρχίζει να σημειώνεται η προοδευτική υποδούλωση της Ελλάδας στους Ρωμαίους. Το 171 π.χ η Ακραιφία ήταν ανεξάρτητη πολιτεία. Όταν ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Ελλάδας από τους Ρωμαίους (146π.χ) αρχίζει να σημειώνει κάμψη και η δραστηριότητα των μαντείων. Μόνο τον ρωμαίο στρατηγό Σύλλα βλέπουμε μαντευόμενο στο Τροφώνιο. Ο Στράβων (67π.χ – 1μ.χ) σημειώνει το τέλος των μαντείων με τούτα τα λόγια: «εκλελοιπε και το μαντείο το εν Δωδώνη καθάπερ και τα άλλα».

«Μαντικός αυχός (ξηρασία) κατέλαβε τας μαντικάς χώρας» λέει ο Πλούταρχος με μόνη εξαίρεση τη Λιβαδειά, όπου το Τροφώνιον: «Των δ’ άλλων τα μεν σιγή, τα δε παντελή ερημία κατέσχε ». Το 177 μ.χ έσβησαν όλες οι μαντικές φωνές και ο μέγας Παν των αρχαίων ειδώλων της προχριστιανικής λατρείας και των μαντικών ενδείξεων «τέθνηκε». Τότε, έκανε την εμφάνισή του μια νέα δυναμική θρησκεία, ο χριστιανισμός, δίνοντας άλλες αρχές ζωής στα ανθρώπινα.
Μαζί με την σιγή του μαντείου το 177 μ.χ διακόπηκαν και οι αγώνες «Πτώϊα»


Πηγή: www.facebook.com/probole.thebaikoupolitismou